«Μικρός λαός και πολεμά / δίχως σπαθιά και βόλια / για όλου του κόσμου το ψωμί, / το φως, και το τραγούδι.»
Από το 1878, οπότε και οι Άγγλοι έφτασαν στην Κύπρο ως οι νέοι «κυρίαρχοι» του νησιού, οι Κύπριοι φρόντιζαν εν παντί καιρώ να υπενθυμίζουν στους κατακτητές τον πόθο τους για Ένωση, με υπομνήματα, συλλαλητήρια, και αποστολή αντιπροσωπειών στο Λονδίνο. Κωφεύοντες, ωστόσο, οι Βρετανοί, κήρυξαν, το 1914, επίσημα την Κύπρο ως αποικία του Στέμματος, και ουδέποτε δέχτηκαν να συζητήσουν περί Ενώσεως. Τουναντίον, το αποικιακό καθεστώς επεχείρησε να αλλοιώσει την εθνική συνείδηση των Ελλήνων Κυπρίων με επεμβάσεις στην παιδεία και την εκκλησία, με προσπάθειες διαίρεσης του λαού, και με κατάπνιξη κάθε φιλελεύθερης δράσης. Αποκορύφωμα το 1931, όταν ο κυβερνήτης Σερ Ρόναλντ Στορς επέβαλλε ολοένα και πιο δυσβάσταχτες φορολογικές πολιτικές, που, παρά τη διαφωνία του Νομοθετικού Συμβουλίου, εφαρμόζοντο με βασιλικά διατάγματα.
Η απάνθρωπη καταπίεση αναμόχλευε, ως φυσικόν, την αντίδραση των Κυπρίων. Στις 17 Οκτωβρίου, ο Μητροπολίτης Κιτίου, Νικόδημος Μυλωνάς, παραιτήθηκε από το Νομοθετικό Συμβούλιο και, με λόγο που αναγνώστηκε σε όλους τους ναούς στις 18 Οκτωβρίου, κάλεσε τον λαό σε ανυπακοή προς το δυναστικό καθεστώς, διακηρύττοντας το παλλαϊκό αίτημα για Ένωση. Έτσι, το έντονο αίσθημα για αποκατάσταση του δικαίου οδήγησε, στις 21 Οκτωβρίου 1931, σε μια αυθόρμητη λαϊκή εξέγερση με μια μεγαλειώδη πορεία προς το αγγλικό κυβερνείο. Οι εξεγερμένοι λιθοβολούν και πυρπολούν το κυβερνείο, το κατεξοχήν σύμβολο της αποικιοκρατίας, ενώ οι Βρετανοί, καίτοι χωρίς απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, απαντούν με πυρά κατά των άοπλων διαδηλωτών, τραυματίζοντας σοβαρά δεκαπέντε άτομα και σκοτώνοντας τον δεκαπεντάχρονο Ονούφριο Κληρίδη. Πάραυτα ξεσπούν παρόμοιες λαϊκές διαδηλώσεις ανά το παγκύπριο, στη Λεμεσό, στην Αμμόχωστο, στην Κερύνεια.[…]

