Σαν σήμερα, στις 14 Οκτωβρίου 1914, ο ελληνικός στρατός εισέρχεται για δεύτερη φορά ως ελευθερωτής στη βόρειο Ήπειρο. Η ελευθερία αυτή ήταν, βέβαια, βραχύβια, καθώς στο διάστημα που ακολούθησε, οι μηχανορραφίες των Μεγάλων Δυνάμεων οδήγησαν εκ νέου την ελληνική γη της βορείου Ηπείρου υπό αλβανικό έλεγχο.
Σημειωτέον, ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τη μαρτυρική βόρειο Ήπειρο τρεις φορές. Η πρώτη ήταν κατά τη διάρκεια του πρώτου Βαλκανικού πολέμου (1912), οπότε η περιοχή απελευθερώθηκε προτού επιδικαστεί, έναν χρόνο αργότερα, με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος. Στους επόμενους μήνες, ωστόσο, η ένοπλη εξέγερση των Βορειοηπειρωτών οδήγησε στην κήρυξη της αυτονομίας της βορείου Ηπείρου τον Φεβρουάριο του 1914, και στον σχηματισμό αυτονομιστικής κυβέρνησης με επικεφαλής τον Γεώργιο Χρηστάκη-Ζωγράφο. Υποχρεώθηκαν, έτσι, οι Αλμβανοί να υπογράψουν, τον Μάιο του 1914, το Πρωτόκολλο της Κερκύρας, αναγνωρίζοντας την αυτονομία και αυτοδιοίκητο της Βορείου Ηπείρου, το δικαίωμα των Βορειοηπειρωτών σε δικό τους στρατό και χωροφυλακή, και τις ελευθερίες τους ως προς τη γλώσσα, τη θρησκεία, και την εκπαίδευση.
Για τρίτη φορά, η βόρειος Ήπειρος ελευθερώθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν, μετά την εισβολή στην Ελλάδα, στο πλευρό των ιταλικών μεραρχιών, και αλβανικών δυνάμεων, ο ελληνικός στρατός αντεπιτέθη, προελαύνοντας νικηφόρα στη βορειοηπειρώτικη γη. Η ελευθερία αυτή κράτησε μέχρι τον Απρίλιο του 1941, όταν η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα ανάγκασε τον ελληνικό στρατό να εγκαταλείψει την περιοχή. Μετά τη λήξη του πολέμου, στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι, η ελληνική κυβέρνηση αιτήθηκε επίσημα την προσάρτηση της βορείου Ηπείρου. Εντούτοις, εν πολλοίς λόγω αντιδράσεων των Σοβιετικών, το αίτημα παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο Υπουργών των Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων, που τελικά τήρησε σιγή, με το βορειοηπειρωτικό ζήτημα να παραμένει, ακόμη, εκκρεμές.[…]

