Στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, φεύγει από τη ζωή ένας από τους σπουδαιότερους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστός ως Νικηταράς.
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, ο Νικηταράς ρίχτηκε αμέσως στον αγώνα για ελευθερία και διακρίθηκε από νωρίς στο πεδίο της μάχης. Ως επικεφαλής μίας μικρής ομάδας ανδρών, κατάφερε να προκαλέσει μεγάλες απώλειες και να τρέψει σε φυγή τον υπεράριθμο οθωμανικό στρατό στη Μάχη των Δολιανών. Για αυτή την μεγάλη επιτυχία, οι συμπολεμιστές του τού έδωσαν το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος».
Έλαβε μέρος και σε άλλες μεγάλες μάχες στο πλάι του θείου του, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, όπως αυτή στα Δερβενάκια και στην απελευθέρωση της Τρίπολης. Κατά τον διαμοιρασμό των λαφύρων μετά την απελευθέρωση της πόλης, αρνήθηκε να πάρει οτιδήποτε, λέγοντας: «Δεν θέλω τίποτα. Θέλω να δω την πατρίδα μου λεύτερη».
Παρά τη σημαντική συμβολή του στην Επανάσταση, η αντιμετώπιση που έλαβε από την πολιτεία δεν ήταν η αντίστοιχη. Το 1839, επί βασιλείας του Όθωνα, συνελήφθη για συνωμοσία κατά του βασιλιά και φυλακίστηκε για ενάμιση χρόνο, μέχρι που αποδείχθηκε αθώος. Δυστυχώς, τα βασανιστήρια και οι αντίξοες συνθήκες κράτησής του τον άφησαν εξασθενημένο. Βγήκε από τη φυλακή πάμφτωχος και σχεδόν τυφλός εξαιτίας του διαβήτη.
Όταν ο Όθωνας παραχώρησε σύνταγμα το 1843, ο Νικηταράς έλαβε τιμητικά τον βαθμό του υποστράτηγου και μαζί μία πενιχρή σύνταξη. Πλέον εντελώς τυφλός και σε δεινή οικονομική κατάσταση, το κράτος του έδωσε άδεια να ζητιανεύει μόνο κάθε Παρασκευή έξω από τον Ιερό Ναό της Ευαγγελίστριας στον Πειραιά. Εκεί, αυτός ο αγνός, γνήσιος Έλληνας που δεν διεκδίκησε ποτέ αξιώματα και χρήματα για την προσφορά του στην Ελλάδα, άφησε τελικά την τελευταία του πνοή.
«Πραματευτής δεν ήμουνα. Η μοίρα μου το θέλησε να γίνω καπετάνιος. Μα δε θα ήτανε σωστό να κάμω πραμάτεια το καπετανιλίκι μου για να καζαντίσω…»

