Ο σκοπός της επιδιωκώμενης λύσης: Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία

Ο σκοπός της επιδιωκώμενης λύσης: Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία

Μάριος Π. Μαρκουλλής
Αντιπρόσωπος Leeds
01 Οκτωβρίου 2009 *

Τέσσερις μέρες μετά το Ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950, ο Βρετανός Πρέσβης στην Αθήνα
σημείωσε στην έκθεση του προς το Foreign Office: «Το τούρκικο χαρτί δεν είναι εύκολο στον χειρισμό, αλλά
χρήσιμο στη δύσκολη θέση που βρισκόμαστε» (έγγραφο FO 371/87719). Δυστυχώς η Αγγλία το χειρίστηκε
άψογα, με την συνεργασία βέβαια της Τουρκίας, και τις συνέπειες τις υποφέρουμε εμείς, ο κυπριακός λαός, μέχρι
σήμερα και είναι ορατές από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας.

«Διαίρει και Βασίλευε»
Μη μπορώντας να αντιμετωπίσει και να καταστείλει τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, η Βρετανική
Αυτοκρατορία εφάρμοσε στην Κύπρο την γνωστή μεταποικιακή πολιτική της: το «Διαίρει και Βασίλευε». Αφού
καλλιέργησε το μίσος και την αντιπαλότητα μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, υποχώρησε –δήθεν- στις
Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, δίνοντας στον κυπριακό λαό μια ωρολογιακή βόμβα, το Σύνταγμα του 1960.
Το Σύνταγμα αυτό, αν και προέβλεπε ένα ενιαίο κράτος με έντονη έμφαση στο δικοινοτικό στοιχείο, την Κυπριακή
Δημοκρατία που έχουμε σήμερα, περιείχε και αρκετά ομοσπονδιακά στοιχεία, με τα οποία διαχώριζε τον
κυπριακό λαό με βάση την εθνότητα του. Ο Αντιπρόεδρος του κράτους έπρεπε να ήταν Τουρκοκύπριος και είχε
δικαίωμα βέτο, υπήρχαν χωριστά εκλογικά σώματα για Ε/κ και Τ/κ στη Βουλή και στους δήμους, επιβαλλόταν να
απαρτίζονται οι δημόσιες υπηρεσίες με 30% Τ/Κ και οι ένοπλες δυνάμεις με 40% και ο οποιοσδήποτε φόρος
έπρεπε να εγκρίνεται από Ε/κ και Τ/κ. Το χειρότερο βέβαια συστατικό αυτό του Συντάγματος ήταν η Συνθήκη
Εγγύησης, η οποία καθιστούσε την Ελλάδα, την Τουρκία και την Αγγλία εγγυήτριες δυνάμεις. Επίσης στο νησί θα
παρέμενε μια στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας και μια της Τουρκίας (ΕΛΔΥΚ και ΤΟΥΡΔΥΚ) και η Αγγλία θα
έπαιρνε έδαφος για στρατιωτικές βάσεις (τις σημερινές Βρετανικές Βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας).
Μόνο από αυτά τα λίγα στοιχεία, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κάποιος ότι το Σύνταγμα του 1960 προνοούσε την
δυσλειτουργικότητα του νέου κράτους, την εκμετάλλευση των υπερπρονομιών από τους Τ/κ για χειραγώγηση του
κράτους εναντίον των Ε/κ και τις δικοινοτικές ταραχές που διέσπασαν τον κυπριακό λαό και οδήγησαν στο
πραξικόπημα, την τουρκική εισβολή και τέλος την διχοτόμηση. Οι μόνοι κερδισμένοι από αυτή την υπόθεση ήταν
η Αγγλία (αφού διατήρησε και διατηρεί μέχρι σήμερα τις στρατιωτικές βάσεις της στην Κύπρο) και η Τουρκία
(αφού κατέβαλε τη μισή Κύπρο) και ο μόνος χαμένος ο κυπριακός λαός, ο οποίος υποφέρει μέχρι σήμερα.
Επομένως, όταν το Σύνταγμα ενός κράτους διαχωρίζει τον λαό του πάνω σε εθνική βάση, αποτελεί συνταγή συγκρούσεων και οδηγεί στην κατάρρευση του. Δυστυχώς όμως τα παθήματα δεν μας γίνονται μαθήματα.

Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου 1977-79
Το 1977 ο Εθνάρχης Μακάριος αποδέχεται ως βάση για λύση του Κυπριακού την Δικοινοτική Ομοσπονδία μετά
από αφόρητες πιέσεις και βρετανό-τούρκικα διπλωματικά κόλπα, αφού στις 2 Οκτωβρίου το 1974, στην Γενική
Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, απέρριψε την οποιαδήποτε γεωγραφική ομοσπονδία, λέγοντας, μεταξύ
άλλων, τα εξής: «Ουδέν επιχείρημα δύναται να δικαιολογήση την απαίτησιν της Τουρκίας δια γεωγραφικήν
ομοσπονδίαν, η οποία ουχί μόνον θα ήτο απάνθρωπος, αλλά, ωσαύτως, θα επέφερεν αλλαγήν του χαρακτήρος
του Κύπρου.» Το πλαίσιο αυτής της συμφωνίας συμπληρώθηκε με ακόμη 10 σημεία στη Συμφωνία Υψηλού
Επιπέδου Κυπριανού-Ντενκτάς το 1979. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πως το 3ο άρθρο των Συμφωνιών 1977 μεταξύ
Μακαρίου-Ντενκτάς, αναφέρει ότι: «Θέματα αρχών όπως η ελευθερία διακίνησης, ελευθερία εγκατάστασης, το
δικαίωμα περιουσίας και άλλα εξειδικευμένα ζητήματα, είναι ανοικτά για συζήτηση, λαμβάνοντας υπόψη τη
θεμελιώδη βάση ενός δικοινοτικού ομοσπονδιακού συστήματος και ορισμένες πρακτικές δυσκολίες, οι οποίες
μπορεί να προκύψουν για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.» Άρα, οι ατομικές μας ελευθερίες, τα ανθρώπινα μας
δικαιώματα που καταπατήθηκαν και καταπατούνται μέχρι σήμερα από τον Τούρκο εισβολέα θα είναι προς
διαπραγμάτευση! Αυτός είναι λοιπόν ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών που θέσπισε τον Χάρτη Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων. Μήπως τα ανθρώπινα δικαιώματα ισχύουν μόνο για τις μεγάλες, ισχυρές χώρες;
Αυτή ήταν μόνο η αρχή. Ο όρος «διζωνική» εισήχθηκε από την πίσω πόρτα, αφού πρώτα ο Γλ. Κληρίδης την
αποδέχθηκε προφορικά τον Νοέμβριο του 1974 και μετά το Εθνικό Συμβούλιο γραπτά το 1989, συμπληρώνοντας
έτσι το παζλ της «Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας». Ένα πρωτοφανές πολιτειακό κατασκεύασμα, αφού οι
όροι «διζωνική» και «δικοινοτική» είναι αμφιλεγόμενοι με πολλαπλές ερμηνείες. Η ΔΔΟ δεν εφευρέθηκε το 1977
όμως αλλά πριν 21 χρόνια και συγκεκριμένα το 1956 με τις εκθέσεις του Τούρκου καθηγητή και πολιτικού Νιχάτ
Ερίμ. Επίσης, ΔΔΟ ήταν και αυτό που ζήτησε ο Ντενκτάς το 1964 αλλά και το 1974 στην Γενεύη, μεταξύ της
πρώτης και της δεύτερης εισβολής. Βέβαια, ο όρος «Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία», που χρησιμοποιείται
επίσημα εδώ και 30 χρόνια, είναι ένας πολύ ύπουλος όρος, αφού οι έννοιες «διζωνική» και «δικοινοτική» δίνουν
έμφαση στο διαχωρισμό του κράτους, παρά στην ενοποίηση του.

Εξού και ο Βρετανός Goodison του Υπουργείου Εξωτερικών της Βρετανίας, όταν πρότεινε διζωνική ομοσπονδία
στις 16 Αυγούστου το 1974, επέμενε σε αυτή την ορολογία, ώστε να μην γίνεται αντιληπτή η πολιτική του
γεωγραφικού διαχωρισμού του νησιού, διότι «ο διαχωρισμός έχει ένα κακό όνομα διεθνώς» (έγγραφο FCO
9/1911). Επιπλέον, οι δύο αυτοί όροι δίνουν την ευχέρεια στην τουρκική πλευρά να παρουσιάζει συνεχώς νέες
ακραίες συνομοσπονδιακές θέσεις ως «διζωνικές» και «δικοινοτικές». Δυστυχώς, η δική μας πλευρά διολισθαίνει
συνεχώς προς τις θέσεις αυτές, αντί να επιζητεί ένα κράτος δικαίου, με άμεση δημοκρατία, πολιτική και κοινωνική
ελευθερία, με θεσπισμένα τα ανθρώπινα δικαιώματα και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

«Σχέδιο Ανάν»
Από το 1974 και μετά ακούσαμε χιλιάδες φορές από στόματα πολιτικών τα σλόγκαν «Όλοι οι πρόσφυγες στα
σπίτια τους» και «Τα σύνορα μας είναι στην Κερύνεια». Αφού με την ΔΔΟ όλα αυτά ήταν ανέφικτα, γιατί μας
κορόιδευαν επί 30 χρόνια; Ο κυπριακός λαός κατάλαβε αυτή την κοροϊδία το 2004, όταν ο ΟΗΕ εκπόνησε ένα
καταστροφικό σχέδιο για την Κύπρο: το «Σχέδιο Ανάν». Μόνο αν δει κανείς την ημερομηνία παρουσίασης του
τελικού σχεδίου Ανάν 5, την ημερομηνία των δημοψηφισμάτων, την ημερομηνία ένταξης της Κυπριακής
Δημοκρατίας στην ΕΕ και τα ποσοστά του ΝΑΙ και του ΟΧΙ σε κάθε κοινότητα, μπορεί να αντιληφθεί ποιος ήταν ο
πραγματικός σκοπός του σχεδίου αυτού: Η νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής και η διάλυση της
Κυπριακής Δημοκρατίας, προτού ενταχθεί ως πλήρες μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το «Σχέδιο Ανάν» ήταν βασισμένο στην Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Σύμφωνά με αυτό, η Κυπριακή
Δημοκρατία θα καταργούταν (ενώ είναι διεθνώς αναγνωρισμένη σε ολόκληρη την επικράτεια του νησιού) μαζί με
τη σημαία της, τον εθνικό της ύμνο και το όνομά της, ενώ το νέο ομοσπονδιακό κράτος θα παρείχε πλήρεις
εξουσίες στα συνιστώντα κρατίδια στο έδαφος τους, εκτός από εξωτερικές υποθέσεις και τα οικονομικά του
κράτους με τα οποία θα ασχολείτο η κεντρική εξουσία. Στην κεντρική εξουσία θα υπήρχε η αναλογικά εκλεγμένη
Κάτω Βουλή (75% Ε/κ και 25% Τ/κ) και η Γερουσία (50% Ε/κ και 50%Τ/κ), ενώ δεν θα υπήρχε Πρόεδρος αλλά
ένα Εκτελεστικό Συμβούλιο (4 Ε/κ και 2 Τ/κ) με ειδική πλειοψηφία. Το έδαφος του τ/κ κρατιδίου θα ήταν 30% ενώ
η ακτογραμμή θα παρέμενε στο 50-50% και ο μέγιστος αριθμός προσφύγων που θα επιτρεπόταν να επιστρέψει
στο σπίτι του, μέσα σε διάστημα 20 ετών, θα έπρεπε να συνιστά το 1/5 του πληθυσμού κάθε ζώνης. Επίσης
προέβλεπε διατήρηση της Συνθήκης Εγγύησης του 1960 (Ελλάδα, Τουρκία, Αγγλία), μερική αποστρατιωτικοποίηση του νησιού, 6.000 Τούρκους στρατιώτες για 8 χρόνια, μόνιμη εγκατάσταση της ΤΟΥΡΔΥΚ
στην Κύπρο και παραμονή 100.000 εποίκων. Το μελλοντικό κυπριακό κράτος θα απέσυρε όλες του τις
διεκδικήσεις από το ΕΔΑΔ και θα ψήφιζε φυσικά υπέρ της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ. Περιττό να αναφέρουμε
την παραμονή των Βρετανικών Βάσεων στο νησί.

Ο ρατσιστικός διαχωρισμός των Κυπρίων μέσα στο Σύνταγμα είναι εμφανέστατος και πιο έντονος από ότι στο
Σύνταγμα του 1960. Αυτό διότι χωρίζει την Κύπρο σε δύο κρατίδια με δική τους τοπική αυτοδιοίκηση. Με αυτό τον
τρόπο, θα δημιουργούταν περισσότερη πόλωση από ότι το 1960 και τυχόν αναμενόμενες συγκρούσεις θα
οδηγούσαν σε πανεύκολη αναγνώριση του σημερινού ψευδοκράτους. Ακόμα, το «Σχέδιο Ανάν» καταπατούσε
βασικές ελευθερίες του ατόμου όπως αυτές της ιδιοκτησίας και της εγκατάστασης. Ευτυχώς ο ελληνικός
κυπριακός λαός είπε το μεγάλο ΟΧΙ δίνοντας νωπή λαϊκή εντολή προς τις πολιτικές ηγεσίες ότι είναι εναντίον κάθε
μορφής διζωνικής δικοινοτικής διχοτόμησης.

«Σχέδιο Ταλάτ»
Δυστυχώς η πολιτική μας ηγεσία δεν άκουσε τη νωπή λαϊκή εντολή του 2004 και δεν εκμεταλλεύτηκε το ΟΧΙ του
κυπριακού ελληνισμού για να απεγκλωβιστεί από τις διχοτομικές συμφωνίες του 1977-79. Αντί αυτού βλέπουμε
τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να επιμένει πάνω σε αυτές τις Συμφωνίες και σε μια λύση του Κυπριακού βάση της
διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Επιπλέον, μετά λύπης μας τον βλέπουμε να προσπαθεί να μετατρέψει το
Κυπριακό πρόβλημα από πρόβλημα εισβολής και κατοχής που είναι, σε δικοινοτικό, εσωτερικό πρόβλημα της
Κύπρου ψάχνοντας για «λύση από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους».

Στις 23 Μαΐου 2008 συμφωνήθηκε εκ νέου η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία η οποία θα αποτελείται από δύο
ισότιμα συνιστώντα κρατίδια (constituent states). Αυτός είναι και ο επίσημος ορισμός πλέον. Ούτε ζώνες, ούτε
περιφέρειες, ούτε καντόνια, ούτε περιοχές αλλά «κρατίδια». Στις 3 Σεπτεμβρίου 2008 λοιπόν, ξεκίνησαν οι
απευθείας συνομιλίες μεταξύ Χριστόφια και Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Με βάση τις όσες πληροφορίες περί των
συνομιλιών αυτών είδαν το φως της δημοσιότητας (μεταξύ των οποίων και επίσημα αδιάψευστα έγγραφα) θα
προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε το νέο σχέδιο λύσης που μας έρχεται…

Από την αρχή των συνομιλιών, η τουρκική πλευρά (και εδώ εννοούμε τους Ταλάτ-Έρογλου-Ντενκτάς-Ερντογάν-
Νταβούτογλου) έκανε λόγο για δύο ισχυρά κράτη με ασθενή κεντρική κυβέρνηση, όπου κάθε συνιστών κρατίδιο
θα είχε το δικό του σύνταγμα καθώς επίσης και τη δυνατότητα ανάπτυξης διμερών σχέσεων και σύναψη διεθνών
συμφωνιών με άλλες χώρες.

Στην εκτελεστική εξουσία η τουρκική πλευρά αρχικά πρότεινε 7μελές Προεδρικό Συμβούλιο (4 μέλη από την
πολυπληθή κοινότητα και 3 από την άλλη) με 5ετή θητεία. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος να είναι από
διαφορετική κοινότητα και να εναλλάσσονται κάθε 12 μήνες με πρώτο Πρόεδρο αυτόν που θα προέρχεται από
την πολυπληθή κοινότητα (άρα 3 χρόνια Ε/κ και 2 Τ/κ με βάση τους σημερινούς πληθυσμούς). Ακόμα, οι
Σύμβουλοι να εκλέγονται από την Γερουσία με ενιαία λίστα με πλειοψηφία. Η δική μας πλευρά πρότεινε «εκλογικό
ζευγάρι» Προέδρου-Αντιπροέδρου εκλεγμένο απευθείας από τον λαό (50% από κάθε κοινότητα) και η εναλλαγή
να είναι 4 χρόνια Ε/κ και 2 Τ/κ. Το 9μελες Υπουργικό Συμβούλιο να αποτελείται από 6 Ε/κ και 3 Τ/κ.
Στον 2ο γύρο των συνομιλιών που ξεκίνησε πριν λίγες μέρες, είχαμε μια «δραματική» αλλαγή σκηνικού: ο Ταλάτ
αποδέχθηκε τελικά (!) την εκ περιτροπής προεδρία, μετά από μία «διακριτική» παρέμβαση του Αλεξάντερ
Ντάουνερ, ο οποίος υποτίθεται ότι δεν ανακατεύεται! Μία θέση που φάνταζε απαράδεκτη πριν λίγα χρόνια, έγινε
εισήγηση δική μας και φθάσαμε στο σημείο να πανηγυρίζουμε που την αποδέχθηκε ο κ. Ταλάτ! Υπό όρους
φυσικά: Να εκλέγονται από την Γερουσία με κοινό ψηφοδέλτιο και όχι από τον λαό εξασφαλίζοντας τουλάχιστον
το 50% Ε/κ γερουσιαστών και 50% Τ/κ γερουσιαστών συν μία ψήφο. Ενώ η γερουσία θα εκλέγεται με ξεχωριστές
ψηφοφορίες, η έμμεση εκλογή Προέδρου και Αντιπροέδρου με απόλυτες πλειοψηφίες δεν συναντάται σε κανένα
άλλο ομοσπονδιακό σύστημα. Η δική μας πλευρά επιμένοντας στην δική της πρόταση (εκλογή, δήθεν, απευθείας
από τον λαό), της προσφέρεται το εξής τραγελαφικό δέλεαρ: να αποσύρει δήθεν η τουρκική πλευρά την απαίτηση
της για να έχουν τα κρατίδια ευρύτατες διεθνείς σχέσεις και να υπογράφουν συμφωνίες με τρίτες χώρες!
Στα θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτεύχθηκε συμφωνία για σύσταση Υπουργείου Υποθέσεων ΕΕ, ανεξάρτητο
από το Υπουργείο Εξωτερικών. Οι δύο αυτοί υπουργοί θα προέρχονται από διαφορετική κοινότητα. Επίσης
συμφωνήθηκε εκπροσώπηση στην ευρωβουλή με 4 Ε/κ και 2 Τ/κ. Εδώ η τουρκική πλευρά ζητεί να απέχει από
την ψηφοφορία του Συμβουλίου της Ευρώπης η Κύπρος, όταν τα συντονιστικά όργανα δεν καταλήγουν σε
απόφαση, καθώς και η εκπροσώπηση στα όργανα της ΕΕ να είναι εκ περιτροπής.Όσον αφορά το Περιουσιακό η τουρκική πλευρά φέρετε να είναι ανένδοτη στην απαίτηση της για πλειοψηφία
πληθυσμού και γαιοκτημοσύνης στο κάθε συνιστών κρατίδιο. Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα καταπάτηση του
ανθρωπίνου δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της εγκατάστασης καθώς και μόνιμη παρέκκλιση από το ευρωπαϊκό
κεκτημένο. Δηλαδή, θα υπάρχει περιορισμός για ιδιοκτησία και εγκατάσταση στο κράτος μας αλλά κανένας
περιορισμός στην Ιταλία, την Γαλλία, την Γερμανία ή άλλη χώρα της ΕΕ!

Ένα από τα πιο κρίσιμα κεφάλαια στις διαπραγματεύσεις είναι αυτό της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Η
τουρκική πλευρά επιμένει στην διατήρηση των τουρκικών εγγυήσεων του 1960, με εγγυήτρια δύναμη δηλαδή την
Τουρκία. Κατ’ αρχήν αυτή η Συμφωνία Εγγυήσεων του 1960 έρχεται σε σύγκρουση με το άρθρο 2 παράγραφος 4
του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο απαγορεύει ρητά οποιεσδήποτε εγγυήσεις ενός
κράτους έναντι κάποιου άλλου με την απειλή της εδαφικής ακεραιότητας του. Παρ’ όλ’ αυτά συνεχίζουμε
ακάθεκτοι να το διαπραγματευόμαστε και τα Ηνωμένα Έθνη να κάνουν τα «στραβά μάτια». Ακόμα, η τουρκική
πλευρά επιζητεί εγγύηση για όλα τα θέματα της λύσης και για ολόκληρη την Κύπρο, όχι μόνο για το τ/κ κρατίδιο.
Δηλαδή, να μπορεί να εισβάλει σε όλη την Κύπρο!

Ένα άλλο σημαντικό κεφάλαιο είναι οι Τούρκοι έποικοι που ζουν στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής
Δημοκρατίας. Εδώ η τουρκική πλευρά ζητεί παραμονή όλων των εποίκων στην Κύπρο. Εκτός του ότι η
παραμονή των Τούρκων εποίκων θα σημαίνει και νομιμοποίηση του εγκλήματος πολέμου του εποικισμού (άρθρο
49 του συμπληρωματικού Πρωτοκόλλου 1 της Συνθήκης της Γενεύης), θα αλλοιώσει και την δημογραφία του
κυπριακού λαού. Σύμφωνα με έρευνα το περασμένο καλοκαίρι της τ/κ εταιρείας KADEM, από τα 320.000 άτομα
που ζουν σήμερα στα κατεχόμενα οι 190.000 είναι «πολίτες» της «ΤΔΒΚ». Αν αφαιρέσουμε και μερικές χιλιάδες
από τους μικτούς γάμους αλλά και από ταυτότητες που δώρισε το ψευδοκράτος σε Τούρκους έποικους, τότε ίσως
βρούμε και τον πραγματικό αριθμό των Τουρκοκυπρίων που θεωρούνται νόμιμοι πολίτες της Κυπριακής
Δημοκρατίας.

Επίσης ένα κεφαλαιώδες ζήτημα του Κυπριακού προβλήματος είναι η αποστρατιωτικοποίηση. Ενώ η δική μας
πλευρά τάσσεται υπέρ της αποστρατιωτικοποίησης ολόκληρης της νήσου, η τουρκική πλευρά υποστηρίζει
παραμονή τουρκικών και ελληνικών ενόπλων δυνάμεων (ΤΟΥΡΔΥΚ και ΕΛΔΥΚ). Εδώ εύλογα γεννάται το
ερώτημα: ποιος θα προστατεύει την Ομόσπονδη Κυπριακή Δημοκρατία από τον μελλοντικό έχθρο είτε αυτός
λέγεται Τουρκία είτε κάτι άλλο; Και πώς θα προσφέρει η Κύπρος στο σύστημα ασφάλειας της ΕΕ αφού δεν θα
έχει καθόλου στρατό;

Το εδαφικό είναι ένα θέμα που δεν χρήζει συζήτησης. Από το γεγονός και μόνο ότι μιλούμε για επιστροφή
ορισμένων περιοχών καταλαβαίνει κανείς ότι η πατρίδα μας δεν θα έχει απελευθερωθεί μέσω αυτής της
επιδιωκόμενης λύσης.

Ερώτηση κρίσεως: Η Τουρκία θα αποδεχόταν ποτέ ένα τέτοιο σχέδιο λύσης που στην θέση των Τ/κ να είναι οι
Κούρδοι οι οποίοι αποτελούν σήμερα περίπου το 18% του πληθυσμού της Τουρκίας;
Βλέποντας λοιπόν κάποιος αυτό τον φυλετικό διαχωρισμό των Κυπρίων στο σύνταγμα, στο έδαφος και στη
διοίκηση αλλά και ρίχνοντας λίγες ματιές πίσω στην πρόσφατη Ιστορία της Κύπρου μπορεί να προβλέψει το
μέλλον. Η Βρετανία έχει τις στρατιωτικές της βάσεις και μια ειρηνική Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα είναι προς το
συμφέρον της διότι μετά δεν θα έχει «λόγο» πια να βρίσκεται εκεί. Η Τουρκία από την άλλη έχει να κερδίσει την
αναβάθμιση του ψευδοκράτους ή την τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου, όπως τουρκοποίησε και την συριακή
Αλεξανδρέττα. Δυστυχώς όμως, ορισμένοι φοράνε παρωπίδες και δεν θέλουν να δούνε την πραγματικότητα: Το
νέο σχέδιο λύσης, από τη στιγμή που είναι βασισμένο στην ντενκτασική διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και
διαχωρίζει τον λαό με φυλετικά κριτήρια, προνοεί συνάμα την πόλωση και την αντιπαλότητα μεταξύ των δύο
εθνοτήτων και την συνέχεια της πολιτικής του «Διαίρει και Βασίλευε» στην Κύπρο. Αποτελεί το νέο «Σχέδιο
Επανάκτησης Κύπρου» που εκπόνησε ο ταγματάρχης του Γραφείου Ειδικού Πολέμου της Τουρκίας, Ισμαήλ
Τάνσου, το 1958 με την διαφορά ότι αυτό θα εκπονηθεί από τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ λίαν συντόμως…

Επίλογος
Δυστυχώς στο βιβλίο «Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας», αν και το πρώτο κεφάλαιο είναι γεμάτο χρυσές
σελίδες από τον εθνικό-απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, τα επόμενα κεφάλαια είναι γεμάτα μαύρες σελίδες.
Επομένως τα εναπομείναντα κεφάλαια που θα γραφτούν είναι ζωτικής σημασίας. Έχουμε λοιπόν δύο επιλογές. Η
πρώτη είναι να μείνουμε απαθείς και να αφήσουμε την διζωνική διχοτόμηση να μοιράσει την πατρίδα μας μια για πάντα, βάζοντας κι εμείς την υπογραφή μας στην τελευταία μαύρη σελίδα του βιβλίου. Η δεύτερη επιλογή είναι να
πάρουμε εμείς οι νέοι την Ιστορία στα χέρια μας και να οδηγήσουμε την Κύπρο σε καλύτερες μέρες, σε μέρες
ελευθερίας και ειρήνης. Αυτό θα γίνει με την επανατοποθέτηση του Κυπριακού προβλήματος στη βάση της
διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας, η οποία σημαίνει άμεση δημοκρατία με συμμετοχή όλων των πολιτών σε
όλα τα επίπεδα και επί όλων των πτυχών, αποχώρηση του κατοχικού στρατού και εποίκων και πλήρης-γνήσια
ανεξαρτησία. Με αυτό τον τρόπο θα μας δοθεί η ευκαιρία να ξαναγράψουμε καινούριους τόμους της «Ιστορίας της
Κυπριακής Δημοκρατίας», γεμάτους πάλι με χρυσές σελίδες. Η επιλογή εναπόκειται σ’ εμάς…

* το άρθρο δημοσιεύθηκε στο “Προπύργιο”, 01/10/2009

Comments are closed.